14/3/2013

Εδώ γράφουμε το παραμύθι μας που γράψαμε στο μάθημα της Γλώσσας

Οι καλοί άνθρωποι


‍Ήτανε μια φορά ένας γέρος και μια γριά που ζούσανε σε ένα χωριό πολύ φτωχικά.

Ήταν καλοί άνθρωποι, αλλά δεν είχανε πολλά λεφτά και φαγητό.

Μια μέρα ο γέρος αποφάσισε να πάει σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να μπορέσει να ζήσει καλύτερα μόνος του.

Για κακή του τύχη όμως στο μεγάλο ταξίδι του αρρώστησε , έφτιαξε μια σκηνή εκεί που βρισκόταν, έφαγε τα φαγητά που είχε πάρει μαζί του και κοιμήθηκε.

Οι μέρες παραινούσαν και η γριά αποφάσισε να φύγει και αυτή, για να βρει το γέρο και να ζήσει μαζί του πλουσιότερα και καλύτερα να βρουν καινούριους γείτονες και να κάνουν παρέα μαζί.

Ευτυχώς ο γέροντας ακόμη δεν είχε και έτσι η γριά τον βρήκε στο δρόμο, τον φρόντισε και πήγαν μαζί στη μεγάλη πόλη για να βρει ο γέρος αλλά και η γριά δουλειά και να ζήσουν καλύτερα.

Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!


Ελένη


Ηταν μια φορά ένας γέρος κια μια γριά που ζούσανε κοντά σε ένα μεγάλο χωράφι.

'Ηταν καλοί άνθρωποι, αλλά δουλεύαν κάθε μέρα.

Μια μέρα ο γέρος αποφάσισε να πάει στο χωράφι να οργώσει.

Για κακή του τύχη τον τσίμπησε ένα τεράστιο φίδι, οι μέρες περνούσαν και η γριά αποφάσισε να βρει τον γέρο. Ευτυχώς τον βρήκε και τον πήγε στο σπίτι τους.

Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.


Δημήτρης Τ.


Ήτανε μια φορά ένας γέρος και μια γριά που ζούσανε σε ένα μικρό σπίτι. Όλοι τους συμπαθούσαν. Όλοι όσοι ήξεραν το γέρικο εκείνο ζευγάρι. Και οι δυο τους ήταν πάρα πολύ καλοί άνθρωποι αλλά δυστυχώς και πολύ φτωχοί.
Μια μέρα ο γέρος αποφάσισε να φύγει μακριά προσπαθώντας να βγάλει επιτέλους αυτόν αλλά και την γυναίκα του από τη βαριά τη φτώχεια.
Για κακή του τύχη όμως έπεσε στα χέρια των ληστών και πολλές μέρες τον βασάνιζαν . Έτσι ο καιρός περνούσε ,περνούσε μα τίποτα δεν γινόταν.
Μια μέρα, η γενναία γριά αποφάσισε να πάει να τον βρει.
Ευτυχώς, για καλή τους τύχη ο γέρος επιβίωσε, και βγήκε στον δρόμο ταλαιπωρημένος. Σύντομα συναντήθηκαν και χαρούμενοι γύρισαν στο φτωχικό τους σπίτι.
Από τότε όλοι τους έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα.
Φωτεινή

<<Το παζλ του Νότιου Πόλου>>

Ήταν μια φορά ένας γέρος και μια γριά που ζούσανε σε ένα ξύλινο σπιτάκι μέσα στο δάσος .

Ήταν καλοί ,αλλά ήταν φτωχοί,χωρίς παιδιά.Δεν τους ένοιαζε, γι΄ αυτό και περνούσαν τη ζωή τους αγαπημενοι!

Μια μέρα ο γέρος αποφάσισε να πάει σε ένα μουσείο που πουλούσαν όμορφες εικόνες.Του άρεσαν πολύ και αγόρασε μια. Είχε πάνω της τον Νότιο Πόλο και τα ζώα που ζούσαν εκεί!Του άρεσε πάρα πολύ!Ήταν φθηνή.

Για κακή του τύχη όμως η εικόνα του έπεσε κάτω.Ήταν ακόμη στην πόλη.Λυπημένος,ενώ η εικόνα είχε σπάσει,στα δυο, πήγε στο σπίτι του.Προσπάθησε να τη φτιάξει,αλλά δεν μπορούσε.Την άλλη μέρα η γρια πήγε στη λαϊκή αγορά.Εκεί βρήκε ένα παίδι που ζούσε μόνο του χωρίς κανέναν να το προσέχει.Με μεγάλη χαρά το πήρε για να το φιλοξενήσει.

Οι μέρες περνούσαν και η γρια αποφάσισε να το υιοθετήσει.Μπορούσαν να παίξουν,να το περιποιείται και αλήθεια θα μπορούσε να φτιάξει τη σπασμένη εικόνα!Η γριά είχε βρεί τη λύση!Την είπε και στον γέρο.Η γριά συμφώνησε με τον γέρο κι έμαθαν στο παιδί να κάνει πάζλ.Μετά του ζήτησαν να κάνει μια εικόνα με τον Νότιο Πόλο και τα ζώα του.Το παιδί βρήκε παρόμοια κομάτια με της εικόνας και προσπάθησε να το φτιάξει. Ευτυχώς μπόρεσε,όλοι ήταν τόσο μα τόσο χαρούμενοι!!!Ειδικά του γέρου,το πάζλ,του άρεσε περισσότερο απ'την εικόνα, γιατί το πάζλ το είχε φτιάξει μόνο του το παιδί!!!

Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!!!

ΑΝΝΑ

Εδώ θα γράψουμε πρώτα ένα ομαδικό παραμύθι της τάξης και από κάτω μπορεί ο καθένας να γράψει το δικό του παραμύθι και να βάλει τη δική του εικόνα.


Προσέξτε να μη σβήσετε τα λόγια των άλλων. Συνεχίστε όπως εγώ. Τον τίτλο θα τον προσθέσουμε μόλις γράψουμε το παραμύθι.

Γράψτε με το ίδιο χρώμα.





























ΟΜΑΔΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Κυρία Χριστίνα: Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια χώρα πολύ μακρινή μια όμορφη κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά και καλόψυχη.

Όλοι τη θαύμαζαν για την ομορφιά της και την αγαπούσαν για την καλή καρδιά της.

‍‍‍‍‍‍‍‍‍‍Eλένη:Το όνομά της ήταν Πανωραία. Δίπλα της έμενε μια άλλη κοπέλα που ήταν και αυτή πολύ όμορφη αλλά ήταν κακιά.Αυτήν κανένας δεν της μιλούσε και καθώς ήτανε μονάχη της σχεδίαζε κακά και πονηρά σχέδια για τη γειτονοπούλα της. Την έλεγαν Κάκια.Όμως παρόλες τις πονηριές της, δεν κατάφερνε να βλάψει την όμορφη και καλόκαρδη κοπέλα.Έτσι η Κάκια πήγε σε έναν κακό μάγο και ζήτησε τη συμβουλή του.

Φωτεινή: Μάγε μου , βοήθησε με να κάνω την Πανωραία να συμφωνεί στα κακά σχέδιά μου. Ο μάγος της απάντησε ότι πρέπει να κάνει ένα μαγικό φίλτρο και να το δώσει στην Πανωραία να το πιει. Η Κάκια πήρε το μαγικό φίλτρο από το μάγο και το έδωσε στην Πανωραία να το πιει.

Δημήτρης: Η Κάκια μπορεί να πήρε το μαγικό φίλτρο από το μάγο, αλλά δεν ήξερε ότι η Πανωραία ζούσε σε ένα κάστρο που την προσέχαν πέντε δυνατοί φύλακες. Το κάστρο ήταν χτισμένο μέσα σε μία λίμνη. Ο κάθε φύλακας είχε και κάποιες δυνατότητες που έπρεπε να τους νικήσει, για να μπεί στο κάστρο. Ο πρώτος φύλακας έβλεπε μέσα στην νύχτα, όπου κανείς δεν μπορούσε να μπεί το βράδυ στο κάστρο, ο δεύτερος φύλακας ήταν τόσος δυνατός που δεν μπορούσε να τον νικήσει κανείς, ο τρίτος φύλακας ήταν πολύ καλός στο κολύμπι, ο τέταρτος φύλακας φύλαγε την κοπέλα πρωϊ & βράδυ και ο πέμπτος φύλακας δοκίμαζε όλα τα φαγητά της Πανωραίας πρίν τα φάει.‍‍‍‍‍‍‍‍‍‍

Άννα: Η Κάκια έδωσε το μισό φίλτρο στο φύλακα που δοκίμαζε τα φαγητά της Πανωραίας.Όταν το ήπιε άρχισε να ακούει τις εντολές της Κάκιας.Η Κάκια γέλασε με κακία:<<Χα,χα,χα,χα!>>Μετά διέταξε το φύλακα να πάει και να δώσει το υπόλοιπο φίλτρο στην Πανωραία.Ο φύλακας την άκουσε και πήγε να της το δώσει,αλλά συνάντησε το φύλακα που την πρόσεχε πρωί & βράδυ...

Έλια: Ο δεύτερος φύλακας τη γνώρισε αμέσως και έτρεξε να την εμποδίσει. Η Κάκια μόλις τον είδε, άλλαξε δρόμο και προσπάθησε να φτάσει στο δωμάτιο της Πανωραίας από τη λίμνη. Πήδηξε γρήγορα στη λίμνη και άρχισε να κολυμπάει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

‍‍‍‍‍‍Μάρθα: Τότε ο τρίτος φύλακας,που ήταν εξαιρετικός κολυμβητής, με δυο απλωτές πρόλαβε την Κάκια και την έσυρε έξω από το νερό. Όμως ο φύλακας δεν ήξερε ότι η κακιά κοπέλα είχε πάρει ακόμη ένα μαγικό φίλτρο από το μάγο! Ένα απαίσιο πράσινο ζουμί που έδινε τη δύναμη σε όποιον το έπινε να μπορεί να κρύβει την κακία που έχει στην ψυχή του και να ξεγελάει τους άλλους. Έτσι ο φύλακας μαγεύτηκε από τα όμορφα λόγια της Κάκιας και της επέτρεψε να μπει μέσα στο κάστρο."Πόσο εύκολο είναι να ξεγελάσεις τους ανθρώπους με αγνή ψυχή", σκέφτηκε η Κάκια και άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά του πύργου.‍‍‍‍‍‍

‍‍‍‍‍Στέλιος: Να που όμως για κακή τύχη της Κάκιας και καλή της Πανωραίας μπροστά της μπήκε ο πιο δυνατός όλων . Ο παντοδύναμος φύλακας φούσκωσε το στήθος του και ετοίμασε τα μπράτσα του για να την εμποδίσει.Όμως η Κάκια το είχε προβλέψει και αυτό και βάζοντας το χέρι της σε ένα πουγκί από μέσα έβγαλε τρεις σπόρους που μόλις τους πέταξε κάτω , ξεπετάχτηκαν τρεις θεόρατοι γίγαντες . Ο φύλακας δε δίστασε και άρχισε να παλεύει με πείσμα. Η μάχη ήταν δύσκολη, ο φύλακας πολλές φορές βρέθηκε σε άσχημη θέση ,όμως στο τέλος κέρδισε και τους έκανε να φύγουν τρέχοντας .Η Κάκια δυστυχώς βρήκε την ευκαιρία και ξεγλίστρησε και μπήκε στην κουζίνα , εκεί που ετοιμαζόταν το φαγητό για την Πανωραία.


‍‍‍‍‍Αντώνης : Η Κάκια βρήκε την ευκαιρία και έριξε το φίλτρο μέσα στο φαγητό της Πανωραίας. Ντύθηκε υπηρέτρια και πήγε ένα πιάτο στο δωμάτιο της Πανωραίας, όμως εκείνη κατάλαβε την πονηριά της και άρχισε να τρέχει για να γλιτώσει από την Κάκια. Τελικά βρέθηκε σε ένα σκοτεινό διάδρομο που οδηγούσε σε ένα δωμάτιο που δεν έβλεπες ούτε τη μύτη σου. Σε λίγο έφθασε και η Κάκια που προσπαθούσε να την πιάσει. Όμως για καλή της τύχη εκεί βρέθηκε ο τελευταίος φύλακας που έβλεπε τα πάντα στο σκοτάδι και κατάφερε με μια απότομη κίνηση να πάρει το φίλτρο από τα χέρια της Κάκιας.‍‍‍‍‍

‍‍‍Ανθή: Η Κάκια σπρώχνοντας τον φύλακα καταφέρνει να του ξεφύγει, και αρχίζει να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Ακουμπόντας σε έναν τοίχο για να ξεκουραστεί βρήκε ένα μυστικό πέρασμα που την οδήγησε έξω από το κάστρο. Καθώς περπατούσε προς το σπίτι της σκέφτηκε πως τώρα θα ήταν πιο εύκολο να ξαναμπεί μέσα στο κάστρο χωρίς να την καταλάβουν οι φύλακες.‍‍‍

Eλένη: Η Κάκια από το μυστικό πέρασμα μπήκε μέσα στο κάστρο της Πανωραίας. Εκεί είδε έναν φύλακα

να περπατάει στο διάδρομο και τον άφησε να περάσει. Όμως ο φύλακας την είδε και την κυνήγησε έξω από το κάστρο.Ο φύλακας έβαλε μια πέτρα και σφράγισε το πέρασμα. Η Κάκια όλη την ώρα αυτή σχεδίαζε ένα ακόμη σατανικό σχέδιο. Σκεφτόταν, σκεφτόταν...Τελικά αποφάσισε:Θα έπαιρνε έναν βάτραχο ,θα του έδενε τα μάτια, μ' ένα κορδόνι και θα τον άφηνε μπροστά στους φύλακες... Ο βάτραχος ενοχλούσε τους φύλακες με το κόασμα του. Οι φύλακες κυνήγησαν τον βάτραχο.Έτσι η Κάκια βρήκε ευκαιρία να μπει μέσα στο δωμάτιο της Πανωραίας.

Φωτεινή:Η Κάκια μπήκε μέσα στο δωμάτιο της Πανωραίας αλλά δεν ήταν τυχερή.Την είδε ο φύλακας που πρόσεχε την Πανωραία πρωί & βράδυ .Όταν είδε την Κάκια την πέταξε έξω από το κάστρο.Έτσι το σχέδιο της Κάκιας πάλι δεν πέτυχε... Η Κάκια είπε:Τώρα πρέπει να φτιάξω ένα πολύ σατανικό σχέδιο, να ξεγελάσω την Πανωραία και τους φύλακες και να τους νικήσω όλους.

‍Eλένη: Εκείνη τη στιγμή όμως βγήκε στο μπαλκόνι η Πανωραία και κάλεσε την Κάκια να ανέβει στο δωμάτιό της .Κάθισε δύπλα της και την ρώτησε:" Γιατί θέλεις το κακό μου ;Γιατί δε με αγαπάς ;Θες να γίνουμε φίλες; Είναι κρίμα να είσαι τέτοια ωραία κοπέλα και να μην έχεις μια φίλη. Έλα μαζί μου και θα δεις..." Και πράγματι άκουσαν μαζί μουσική, έπαιξαν επιτραπέζια, είπαν αστεία και γέλασαν με την καρδιά τους. Το πρόσωπο της Κάκια έλαμπε από χαρά. Πρώτη φορά περνούσε τόσο ωραία.Ένιωθε ότι είχε μια αληθινή φίλη και δεν ήθελε να τη χάσει! Από τότε τα δυο κορίτσια ήταν πάντα μαζί. Η δύναμη της φιλίας είχε μεταμορφώσει την Κάκια. Και ζήσαν αυτές καλά και εμείς καλύτερα!

‍‍‍‍‍


Η βασιλοπούλα και το ραδιόφωνο


Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια βασιλοπούλα.Η βασιλοπούλα ζούσε σε ένα υπέροχο κάστρο,με μια φανταστική αυλή,με πολλά λουλούδια,ζώα και δέντρα.Επίσης ήταν πολύ πλούσια και όμορφη.Ο πατέρας της την συμβούλεψε να τρώει όλα τα φαγητά και να δέχεται ό,τι της δίνουν,χωρίς να γκρινιάζει και να το πετά.Όταν η βασιλοπούλα ήρθε σε ηλικία γάμου ήρθαν πολλοί πρίγκιπες ένας ψηλός,άλλος κοντός,άλλος λεπτός,άλλος όμορφος...Η βασιλοπούλα διάλεξε τον πιο όμορφο.Ο πρίγκιπας την θεώρησε ιδιότροπη γιατί ό,τι και αν της έφερνε να μαγειρέψει να φάνε δεν της άρεσε και έτσι έμεναν νηστικοί.Της έφερνε δώρα αλλά δεν της άρεσαν και τα πετούσε.Έτσι ο πρίγκιπας την χώρισε.

Η βασιλοπούλα έψαξε να βρει τι την επηρεάζει και γιατί είναι ιδιότροπη.Και το βρήκε. Ήταν ένα μαγικό ραδιόφωνο που το έβαζε για να ακούει μουσική κάθε βράδυ.Η βασιλοπούλα πρόσταξε τους υπηκόους να σπάσουν το ραδιόφωνο,το έσπασαν και τελείωσε.

Πάει,η μαγεία τελείωσε!!!!!!!!!Η βασιλοπούλα παντρεύτηκε ξανά.Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Ελένη



'' Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ''

Μια φορά και έναν καιρό ζούσαν σε ένα πολύ μακρινό μέρος, σε ένα παλάτι, ένας βασιλιάς και μία βασίλισσα.

Το παλάτι είχε μια τεράστια αυλή, έναν πολύ μεγάλο κήπο, πολλά λουλούδια, δέντρα, φοίνικες και πάρα πολλά ακόμα. Η βασίλισσα ήταν πλούσια και είχε και καλή καρδιά. Όλος ο κόσμος την αγαπούσε. Τον βασιλιά πάλι δεν τον αγαπούσε κανένας γιατί ήταν κακός.

Μετά από λίγα χρόνια ήρθε ένας μάγος και τους έκανε και τους δύο καλούς. Από εκεί και πέρα έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

ΦΩΤΕΙΝΗ

Το σπουργιτάκι και το δέντρο


Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένα σπουργιτάκι που κελαηδούσε χαρούμενα πάνω σ΄ ένα δέντρο. Το δέντρο ήταν πάρα πολύ γέρικο, αλλά για το σπουργιτάκι ήταν το σπίτι του και το αγαπούσε πόλυ. Μια μέρα οι άνθρωποι που είχαν το δέντρο στον κήπο τους αποφάσισαν να το κόψουν γιατί φοβόντουσαν μήπως π'εσει και χτυπήσει κάποιον.Έτσι λοιπόν αγοράσανε ένα τσεκούρι και την επόμενη μέρα θα κόβαν το δέντρο.Το σπουργιτάκι άκουσε την συζήτηση τους και σκέφτηκε να καταστρώσει ένα σχέδιο μαζί με τους φίλους του προκειμένου να σώσουν το δέντρο του.Μαζευτήκανε λοιπόν όλα τα ζώα και τα πουλιά της γειτονιάς και κρύψανε το τσεκούρι μέσε στους θάμνους.Το πρωί οι άνθρωποι δεν βρήκανε το τσεκούρι ψάχνοντας το έιδανε πάνω στο δέντρο δίπλα στο σπουργιτάκι που κελαηδούσε και καταλάβανε τι είχε συμβεί, αποφάσισαν να μην κόψουν το δέντρο και να αφήσουν το σπουργιτάκι να ζεί στο σπιτάκι του ευτιχισμένο.

Ανθή..jpg


ΤΟ ΑΡΚΟΥΔΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αρκουδάκι που έκανε τον περίπατό του.Μια μέρα βρήκε κάτω στο χώμα ένα κουμπί.Το πήρε στα χέρια του και λέει:<<Τι δουλειά έχει αυτό το κουμπί εδώ πέρα;>> Προχωράει και βλέπει πατημασιές παιδιού.Τις ακολούθησε και βρέθηκε μπροστά σε ένα σπίτι.Εκεί ζούσε μια οικογένεια με ένα κορίτσι και ένα αγόρι.Εκείνη λοιπόν τη μέρα έβρεχε.Το αρκουδάκι κρύωνε κι όμως βρήκε το κουράγιο να μπεί μέσα.Χτύπησε το κουδούνι και αμέσως ένα κορίτσι, που φορούσε ένα κόκκινο παλτό, του άνοιξε.Το αρκουδάκι μπήκε μέσα στο σπίτι.Ξαφνικά το κορίτσι είπε:<< Έι! Αυτό το κουμπί είναι δικό μου>>.<<Το βρήκα στο δρόμο πεταμένο>> είπε το αρκούδάκι.<<Σε ευχαριστώ αρκουδάκι>> είπε το κορίτσι.Το αρκουδάκι είπε παρακαλώ και γύρισε χαρούμενο στο σπίτι του.Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

ΑΝΝΑ


Ο Α'Ι' ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΚΗΘΡΟ ΤΟΥ

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε μια κορφή του βουνού ο Α'ι' Βασίλης. Μια μέρα πήγε στο φούρνο να πάρει μια φραντζόλα με το έλκηθρό του. Ξαφνικά εκεί που έκανε βόλτες έριξε μια δυνατή βροχή. Ο κύριος Σπουργίτης κρύφτηκε σε μια τρύπα από τον κορμό με τα άλλα σπουργιτάκια. Ο Α'ι' Βασίλης στάθηκε για λίγο όρθιος να σκεφτεί. Εκεί που προχωρούσε μπροστά στο δρόμο με το έλκηθρό του είδε ένα άγριο ζώο. Αμέσως το προσπέρασε. Ομως οι μέρες πέρασαν γρήγορα και ήταν η νύχτα των Χριστουγέννων. Τα παιδιά στόλισαν τα δέντρα τους με γιρλάντες. Εκείνη τη νύχτα ο Α'ι' Βασίλης έδωσε σε όλα τα παιδιά τα δώρα. Οταν τελείωσαν τα Χριστούγεννα και ήρθε ο νέος χρόνος όλα τα παιδιά τραγουδήσανε :''Αρχιμηνιά και Αρχιχρονιά...''

ΦΩΤΕΙΝΗ



Tα δώρα του Αϊ- Βασίλη

Μια φορά και έναν καιρό σε μια ψηλή κορφή ενός βουνού Ζούσαν δύο παιδιά μαζί με τους με τους γονείς τους.Τα παιδιά τα έλεγαν Μαρία και Κώστα.Μια μέρα που η βροχή ήταν δυνατή και η μαμά δεν μπορούσε να αγοράσει ψωμί από τον φούρνο γιατί ήταν κλειστός , τα παιδιά είδαν ένα έλκηθρο , χωμένο μέσα στο χιόνι. Αμέσως έτρεξαν να δουν τι έχει μέσα. Κοίταξαν μέσα και είδαν δύο μεγάλα κουτιά. Άνοιξαν το ένα και βρήκαν πολλά δώρα, άνοιξαν και το άλλο και βρήκαν πολλές φρατζόλες!!! Πιο κάτω άκουσαν να τραγουδά ένα ραδιόφωνο φτιαγμένο από χρυσό. Έλεγε τα κάλαντα :"Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά". Τα παιδιά κατέβηκαν στην πόλη και είδαν πολλά στολισμένα σπίτια με κορδέλες και γιρλάντες. Κάλεσαν τους φίλους τους για να τους πουν αυτήν την ιστορία. Τότε ήρθαν και οι σπουργίτες σαν να θέλουν να ακούσουν και αυτοί την ιστορία, και μάλιστα ένας κάθισε επάνω στο κεφάλι της Μαρίνας.

Ελένη

‍‍H αμυγδαλιά

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μικρή αμυγδαλίτσα που περίμενε πότε θα έρθει

η άνοιξη για να κυλήσει πάλι η πηγή που ήταν λίγο πιο κάτω ,επειδή όλο το χει-

μώνα ήταν παγωμένη. Επίσης περίμενε να έρθει πάλι η ζέστη και να της δώσει

πάλι η άνοιξη τη συνταγή για να ανθίσουν τα λουλούδια της. Περίμενε πολύ και-

ρο, μέχρι που μία μέρα είδε τα πρώτα χελιδόνια να 'ρχονται !!!

Την επόμενη μέρα μόλις ξύπνησε είδε τα πάντα ανθισμένα : τα λουλούδια, τα δέ-

ντρα τις άλλες αμυγδαλιές και τα παιδιά πήγαιναν με τους γονείς τους στην εκκλησία.

Κοίταξε σε έναν καθρέφτη μα εκείνη δεν ήταν ανθισμένη, τότε άρχισε να κλαίει.

Κοίταξε και την πηγή κα αυτή είχε ξεπαγώσει. Η αμυγδαλίστα πήγε να κοιμηθεί.

Πριν κοιμηθεί όμως άκουσε την άνοιξη να της λέει : "αμυγδαλίτσα, μη στεναχωριέσαι ,

σου υπόσχομαι πως αύριο πριν τη δύση θα έχεις ανθίσει!!!"

Μόλις ξύπνησε κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είδε ότι ήταν ανθισμένη !!!‍‍